Νευροπλαστικότητα και Ψυχοθεραπεία: Εξετάζοντας τη Δυναμική Σχέση

Κάποια στιγμή τη δεκαετία του 1980 ο Δαλάι Λάμα επισκεπτόταν ένα πανεπιστημιακό νοσοκομείο στις Ηνωμένες Πολιτείες (Begley, 2007) παρατηρώντας μία χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση ενός όγκου από τον εγκέφαλο ενός ασθενούς. Στο τέλος της επέμβασης ο χειρούργος ανακοίνωσε ότι ο ασθενής θα λειτουργούσε πλήρως όταν ανάρρωνε.

Ο Δαλάι Λάμα εξέφρασε την κατανόηση ότι ένας όγκος στον εγκέφαλο θα έβλαπτε τις νοητικές λειτουργίες, ωστόσο, ρώτησε τον χειρούργο εάν μία ψυχική δραστηριότητα ή σκέψη θα μπορούσε να επηρεάσει τη φυσική δομή του εγκεφάλου. Η άμμεση απάντηση ήταν ένα ξεκάθαρο “Όχι. Δεν υπάρχει περίπτωση η διανοητική δραστηριότητα να έχει σωματικές επιπτώσεις στον εγκέφαλο.”

Κάπου 20 χρόνια αργότερα αυτό το όχι έχει αποδειχθεί λάθος. Χρόνια έρευνας στη νευροεπιστήμη υποστηρίζουν αυτό που ο Δαλάι Λάμα υπονοούσε σιωπηλά: Η νοητική δραστηριότητα επηρεάζει σωματικές, βιολογικές και νευροπλαστικές αλλαγές στον εγκέφαλο.

 

Σε λιγότερο από δύο δεκαετίες οι εξελίξεις στο χώρο της βιολογίας και της νευροεπιστήμης ώθησαν στη μεγαλύτερη κατανόηση μας για ψυχική ασθένεια και τη ψυχική υγεία, με σκοπό την επέκταση των θεραπευτικών στατηγικών και εργαλείων. Οδηγώντας σε μία σημαντική αλλαγή στο τρόπο με τον οποίο γίνεται κατανοητή η σχέση μεταξύ της βιολογίας του εγκεφάλου και των επιπτώσεων της εμπειρίας.

Οι άμμεσες εφαρμογές των ευρημάτων της νευροεπιστήμης στη ψυχοθεραπευτική πρακτική μπορούν να αναχθούν σε τρεις μεγάλες εξελίξεις:

– Αρχικά, η πρόοδος των τεχνολογιών νευροαπεικόνισης (fmri) επιτρέπουν την οπτική καταγραφή ηλεκτρικών και μεταβολικών δραστηριοτήτων σε ζωντανό εγκέφαλο.

– Έπειτα, η νευροπλαστικότητα μέσω των απεικονίσεων παρέχει τη σημαντική πληροφορία ότι ο εγκέφαλος παρουσιάζει ανθεκτικές , φυσικές βιολογικές αλλαγές ως αποτέλεσμα της μάθησης. ΄Οταν γίνονται παρατηρήσιμες συμπεριφορές που αλλάζουν και επιμένουν ως αποτέλεσμα της εμπειρίας, αυτό αποκαλείται μάθηση. Συνεπώς, αυτό που γίνεται τώρα παρατηρήσιμο είναι πως αυτό που ορίζουμε ως μάθηση συνοδεύεται από προβλέψιμες βιολογικές αλλαγές στον εγκέφαλο.

– Ενώ, η τρίτη ανακάλυψη είναι αυτό που δύναται να ονομασθεί Συνειδητά, η κατεύθυνση της προσοχής και η εξάσκηση με ακούσιες συμπεριφορές μπορούν να παράγουν ανθεκτικές βιολογικές αλλαγές στον εγκέφαλο. Οι διαδικασίες της ψυχοθεραπείας περιλαμβάνουν πάντα αυτή την αυτοκατευθυνόμενη νευροπλαστικότητα.

Η ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία εξετάζει τα ίχνη που αφήνουν οι εμπειρίες στον ανθρώπινο ψυχισμό, ενώ η νευροεπιστήμη μελετά πως αυτά τα ίχνη αποτυπώνονται στον εγκέφαλο.

Ψυχοθεραπεία και Νευροπλαστικότητα

Η Νευροπλαστικότητα ορίζεται ως η ικανότητα του εγκεφάλου να προσαρμόζει τη δομή και τη λειτουργία του σε αλλαγές. Οι μηχανισμοί που την υποστηρίζουν περιλαμβάνουν τη συναπτική πλαστικότητα όπου αφορά τις αλλαγές στη δύναμη ή των αριθμό των συνάψεων μεταξύ των νευρώνων. Τη Νευρογένεση, όπου αφορά τη δημιουργία νέων νευρώνων στον ιππόκαμπο. Καθώς και τη Λειτουργική Αναδιοργάνωση, τη μεταφορά λειτουργιών από κατεστραμμένες σε υγιείς περιοχές.

Η νευροπλαστικότητα διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο σε διαδικασίες όπως η μάθηση, η μνήμη, η ανάρρωση από τραύματα αλλά και η θεραπευτική αντιμετώπιση ψυχικών διαταραχών. Σύμφωνα με τους LeDoux (2002) και Doidge (2007), οι εμπειρίες και η μάθηση επηρεάζουν άμμεσα τη δομή και τη λειτουργία του εγκεφάλου, καθιστώντας τη ψυχοθεραπεία ένα σημαντικό παράγοντα που προάγει την αλλαγή μέσω της νευροπλαστικότητας.

Η ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία, με έμφαση στην εξερεύνηση του ασυνειδήτου και των πρώιμων εμπειριών, συνδέεται συχνά με την νευροπλαστικότητα, δηλαδή την ικανότητα του εγκεφάλου να αναδιοργανώνει τις συνδέσεις του ως απόκριση σε νέες εμπειρίες.

Το βιβλίο “Τα ίχνη της εμπειρίας: Νευρωνική Πλαστικότητα & Η συνάντηση της βιολογίας με τη ψυχανάλυση“ των Ansermet & Magistretti διερευνά αυτήν ακριβώς τη σύνδεση, αναδεικνύοντας πως οι εμπειρίες αφήνουν ίχνη τόσο στο ψυχισμό όσο και στον εγκέφαλο. Η ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία εξετάζει τα ίχνη που αφήνουν οι εμπειρίες στον ανθρώπινο ψυχισμό, ενώ η νευροεπιστήμη μελετά πως αυτά τα ίχνη αποτυπώνονται στον εγκέφαλο.

Καθώς η ψυχοθεραπεία δύναται να τροποποιήσει εγκατεστημένα μοτίβα νευρωνικών συνδέσεων, αυτό αποδεικνύει πως όχι μόνο οι εμπειρίες αλλά και η θεραπευτική διαδικασία μπορεί να επιφέρει αλλαγές στον εγκέφαλο μέσω της νευροπλαστικότητας.

Επιπλέον, η ψυχοθεραπεία δύναται να επηρεάσει τη νευροφυσιολογία του εγκεφάλου παρέχοντας ερεθίσματα που αφήνουν μνημονικά ίχνη στην άδηλη μνήμη. Αυτό υποδηλώνει ότι η ψυχοθεραπεία μπορεί να δημιουργήσει νέα μνημονικά ίχνη, συμβάλλοντας στην αναδιοργάνωση των νευρονικών συνδέσεων.

Νευροπλαστικότητα και Αναδιοργάνωση της Άδηλης Μνήμης.

Η άδηλη μνήμη (implicit memory) είναι ένα είδος μνήμης που λειτουργεί χωρίς συνειδητή επίγνωση. Σε αντίθεση με τη δηλωτική μνήμη (explicit memory) που σχετίζεται με γεγονότα και πληροφορίες, η άδηλη μνήμη αφορά αυτόματες διαδικασίες και συναισθηματικά ίχνη που αποθηκεύονται στον εγκέφαλο, συχνά μέσω εμπειριών της πρώιμης ζωής.

Η άδηλη μνήμη αποθηκεύεται σε περιοχές του εγκεφάλου όπως ο ιππόκαμπος, ο οποίος είναι υπεύθυνος για τη δημιουργία νέων αναμνήσεων. Στην αμυγδαλή, η οποία σχετίζεται με τη συναισθηματική επεξεργασία, καθώς και στον παρεγκεφαλιδικό φλοιό, όπου αφορά τις κινητικές δεξιότητες και την αυτοματοποιημένη μάθηση.

Αυτές οι αναμνήσεις επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται και αντιδρούν στις καταστάσεις, συχνά διαμορφώνοντας τη συναισθηματική ζωή τους, χωρίς να το συνειδητοποιούν. Επί παραδείγματι, ένα παιδί που βιώνει συναισθηματική παραμέληση δύναται να διαμορφώσει άδηλα πρότυπα προσκόλλησης, τα οποία στην ενήλικη ζωή θα εκδηλωθούν ως δυσκολία εμπιστοσύνης ή σύνδεσης.

Η Νευροπλαστικότητα επιτρέπει τη τροποποίηση των μοτίβων της άδηλης μνήμης μέσω θεραπευτικών παρεμβάσεων. Οι εμπειρίες που αποτυπώνονται στον εγκέφαλο μπορεί να αλλάξουν, ειδικά όταν η θεραπευτική σχέση παρέχει ένα ασφαλές περιβάλλον για επαναπλαισίωση των παλαιών συναισθηματικών αποτυπωμάτων.

Δια μέσω της ψυχοθεραπείας οι άδηλες μνήμες μπορούν να επανεπεξεργαστούν με σκοπό την αναγνώριση μοτίβων όπου μέσα από την εξερεύνηση των σχέσεων ο θεραπευόμενος συνειδητοποιεί άδηλα μοτίβα που διαμορφώνουν τη συμπεριφορά του. Τη δημιουργία νέων εμπειριών, καθώς η σχέση με το θεραπευτή μπορεί να λειτουργήσει ως διορθωτική εμπειρία δημιουργώντας νέα συναισθηματικά ίχνη. Ενώ, η ψυχοθεραπεία βοηθά τον εγκέφαλο να δημιουργήσει θετικές νευρωνικές συνδέσεις αντικαθιστώντας δυσλειτουργικά μοτίβα, με σκοπό την ενίσχυση θετικών διαδρομών.

Είμαστε βιολογικά προγραμματισμένοι, να μην είμαστε βιολογικά προγραμματισμένοι, αλλά ελεύθεροι των παθών και των παρελθοντικών βιωμάτων μας.

Στη ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στην άδηλη μνήμη. Όπως αναφέρεται στο βιβλίο “Τα Ίχνη της Εμπειρίας” (Ansermet & Magistretti) η ψυχανάλυση αντιμετωπίζει τα ίχνη που αφήνουν οι πρώιμες εμπειρίες τα οποία συχνά είναι “εγγεγραμμένα” στο ασυνείδητο και δεν φτάνουν στη συνειδητή μνήμη. Ο ψυχαναλυτικός ψυχοθεραπευτής προσπαθεί να φέρει στην επιφάνεια τις κρυφές επιρροές αυτών των μνημών, δημιουργώντας ένα χώρο όπου ο θεραπευόμενος μπορεί να επανεξετάσει και να επανανοηματοδοτήσει τις συναισθηματικές του αντιδράσεις.

Οι νευροβιολογικές βάσεις της ψυχοθεραπείας δείχνουν ότι η αναπλαισίωση της άδηλης μνήμης βασίζεται στη Νευροπλαστικότητα. Η αλληλεπίδραση μεταξύ θεραπευτή και θεραπευομένου δύναται να αλλάξει τη λειτουργία του εγκεφάλου καθώς η διέγερση του προμετωπιαίου φλοιού μέσω των νέων εμπειριών ενισχύει την αναστολή της υπερδραστηριότητας της αμυγδαλής, μειώνοντας τα επίπεδα φόβου και ανασφάλειας. Ενώ η ενίσχυση των συνέψεων στον ιππόκαμπο βοηθάει στη μετατροπή άδηλων μνημών σε δηλωτικές.

Δια αυτού, εύλογα μπορεί κανείς να οδηγηθεί στη συλλογιστική ότι ενώ ένας άνθρωπος κληρονομεί ένα γενετικό προκαθορισμό, παράλληλα η Νευροπλαστικότητα παρέχει τη δυνατότητα της μη καθοριστικής πορείας αλλά καθιστά το υποκείμενο ανοιχτό σε a priori πολλαπλές και απρόβλεπτες αλλαγές, τόσο σε ψυχικό όσο και σε οργανικό επίπεδο. Ο γονότυπος από την μία πλευρά και η εμπειρία από την άλλη δημιουργούν δύο ετερογενείς διαστάσεις που τελικά συνδέονται δια μέσου της πλαστικότητας.

Η παρελθοντκή πεποίθηση για τον εγκέφαλο ως ένα όργανο στατικό, δίνει πλέον χώρο στη κατανόηση ότι πέρα από το βιολογικό και ψυχικό ντετερμινισμό το ίδιο το υποκείκεμενο συμμετέχει ενεργά στη διαδικασία της διαμόρφωσης του, συμπεριλαμβανομένου και του νευρωνικού του δικτύου. Γεννώντας την ελπιδοφόρα σκέψη πως “είμαστε βιολογικά προγραμματισμένοι, να μην είμαστε βιολογικά προγραμματισμένοι, αλλά ελεύθεροι των παθών και των παρελθοντικών βιωμάτων μας”.

x

book now